διάγραμμα
το, ουσ.
- γραφική παράσταση της εξελικτικής πορείας ενός φαινομένου
- περιληπτική διατύπωση θέματος
- σχεδιαστική απεικόνιση αντικειμένου
- (φρ.) «διάγραμμα δεξαμενισμού / νομέων / ροής / δείκτη / διανομής / συνδέσεων / Μάουρερ / κατάστασης / ακολουθίας / συνεργασίας / δραστηριοτήτων».
Ετυμολογία
< αρχ. διαγράφω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διάγραμμα», σσ. 206-207. https://navalhistory.gr/lexiko/διαγραμμα/