navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › διαβρέχω

διαβρέχω

ρ. [μετβ.]

υγραίνω, διαποτίζω, μουσκεύω, (συνεκδ. για ποταμό) διαπερνώ.

Ετυμολογία

< δια + βρέχω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διαβρέχω», σ. 206. https://navalhistory.gr/lexiko/διαβρεχω/