navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › διαβαίνω

διαβαίνω

ρ.

  1. [μετβ.] περνώ από το ένα μέρος στο άλλο
  2. [αμετβ.] α) περνώ, κυλώ, β) σταματώ να υπάρχω.

Ετυμολογία

< αρχ. διαβαίνω [= βηματίζω, διασκελίζω, στέκομαι με τα πόδια σε διάσταση].

Παράγωγα

διαβάτης, διαβατήριο, διάβατος, διαβατός, διαβήτης, διάβημα.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «διαβαίνω», σ. 206. https://navalhistory.gr/lexiko/διαβαινω/