δεσμός
ο, ουσ.
- μέσο με το οποίο δένουμε για να συγκρατήσουμε αντικείμενα
- (μτφ.) ο συναισθηματικός ή νομικός ή ηθικός ή ανθρώπινος σύνδεσμος επαφής των ατομικών σχέσεων
- (συνεκδ.) ο κόμπος
- (πληθ.) τα δεσμά, η φυλακή, η ειρκτή.
Ετυμολογία
< αρχ. δεσμός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δεσμός», σ. 203. https://navalhistory.gr/lexiko/δεσμοσ/