navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Δ › δείγμα

δείγμα

το, ουσ.

  1. μικρό τμήμα του εμπορεύματος που δίνεται για εκτίμηση
  2. σημάδι, απόδειξη, τεκμήριο.

Ετυμολογία

< αρχ. δεῖγμα.

Σύνθετα

δειγματολήπτης, δειγματοφόρος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δείγμα», σ. 199. https://navalhistory.gr/lexiko/δειγμα/