δείγμα
το, ουσ.
- μικρό τμήμα του εμπορεύματος που δίνεται για εκτίμηση
- σημάδι, απόδειξη, τεκμήριο.
Ετυμολογία
< αρχ. δεῖγμα.
Σύνθετα
δειγματολήπτης, δειγματοφόρος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «δείγμα», σ. 199. https://navalhistory.gr/lexiko/δειγμα/