γράμμα
το, ουσ.
- κάθε σύμβολο, ενός συστήματος γραφής, που χρησιμοποιείται μόνο του ή σε συνδυασμό με άλλα, για να εκφράσει [ή να παρουσιάσει] έναν ή περισσότερους φθόγγους
- (συνεκδ.) μέσο αλληλογραφίας
- [πληθ.] τα γράμματα, η μόρφωση
- (φρ.) «κενό / νεκρό γράμμα», (μτφ.) όταν δεν εφαρμόζεται κάποιος νόμος σωστά, «κατά γράμμα», πιστά, με ακρίβεια, «κορόνα ή γράμματα», τυχερό παιχνίδι.
Ετυμολογία
< αρχ. γράμμα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γράμμα», σ. 191. https://navalhistory.gr/lexiko/γραμμα/