navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Γ › γη

γη

η, ουσ. [χωρίς πληθ.]

γη, εικόνα από το έντυπο
  1. ο πλανήτης στον οποίο κατοικούμε, η υδρόγειος
  2. η επιφάνεια του πλανήτη, το χώμα, το έδαφος, πάνω στο οποίο ζουν κινούνται και αναπτύσσονται ζώα και φυτά
  3. η ξηρά, «μια γλώσσα γης έμπαινε μέσα στη θάλασσα»,
  4. το σύνολο των ανθρώπων που κατοικούν πάνω στη γη
  5. οικόπεδο, χωράφι. (φρ.) «κινώ γη και ουρανό / στον ουρανό το(ν) γύρευα, στη γη το(ν) βρήκα / άνοιξε η γη και τον κατάπιε», «αργιλώδης / αμμώδης / βραχώδης γη», «γῆν καί ὕδωρ» [Ηρόδοτος], συμβολίζει την υποταγή άνευ όρων σ’ ένα κατακτητή, (έκφρ.) «πατάει γερά στη γη», δηλ. είναι άνθρωπος ρεαλιστής, προσγειωμένος, «Αιολική Γη», πεζογράφημα του Ηλία Βενέζη, που αναφέρεται με νοσταλγία στις παιδικές του αναμνήσεις στο Αϊβαλί της Μ. Ασίας.

Ετυμολογία

< αρχ. γῆ. Αργά τα δάχτυλα του γέροντα ανοίγουν το μαντίλι όπου είναι φυλαγμένο το χώμα. Ψάχνουν κει μέσα, ψάχνουν και τα δάχτυλα της γιαγιάς, σα να το χαϊδεύουν. Τα μάτια τους, δακρυσμένα, στέκουν εκεί. -Δεν είναι τίποτα, λέω. Λίγο χώμα. Γη, Αιολική Γη, Γη του τόπου μου.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γη», σ. 182. https://navalhistory.gr/lexiko/γη/