navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Γ › γεφυρώνω

γεφυρώνω

ρ. [μετβ.]

  1. ενώνω τις όχθες με γέφυρα
  2. (μτφ.) φέρω σε επαφή δύο συγκρουόμενα μέρη με σκοπό την ειρηνική διευθέτηση των προβλημάτων.

Ετυμολογία

< αρχ. γεφυρ(ῶ) + -ώνω, [για τη 2η ερμ.] σημδ. αγγλ. bridge.

Παράγωγα

γεφύρωση, γεφύρωμα, γεφυρωτής.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γεφυρώνω», σ. 180. https://navalhistory.gr/lexiko/γεφυρωνω/