γεφυρώνω
ρ. [μετβ.]
- ενώνω τις όχθες με γέφυρα
- (μτφ.) φέρω σε επαφή δύο συγκρουόμενα μέρη με σκοπό την ειρηνική διευθέτηση των προβλημάτων.
Ετυμολογία
< αρχ. γεφυρ(ῶ) + -ώνω, [για τη 2η ερμ.] σημδ. αγγλ. bridge.
Παράγωγα
γεφύρωση, γεφύρωμα, γεφυρωτής.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γεφυρώνω», σ. 180. https://navalhistory.gr/lexiko/γεφυρωνω/