γεύμα
το, ουσ.
- το μεσημεριανό φαγητό
- το ποσό της τροφής που καταναλώνουμε κάθε φορά
- επίσημη συνεστίαση, συνών. τραπέζωμα.
Ετυμολογία
< αρχ. γεῦμα [= γεύση, τροφή] < γεύω.
Παράγωγα
γευματίζω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γεύμα», σ. 180. https://navalhistory.gr/lexiko/γευμα/