γεμίζω
Και: γιομίζω
ρ. [μετβ. και αμετβ.]
- συγκεντρώνω σε έναν χώρο τόσο υλικό ώστε να μη χωράει άλλο
- δημιουργώ κατάσταση κορεσμού, πληρότητας
- τοποθετώ σφαίρα στο όπλο
- γίνομαι παχύσαρκος.
Ετυμολογία
< αρχ. γεμίζω < γέμω [= φορτώνω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γεμίζω και γιομίζω», σ. 179. https://navalhistory.gr/lexiko/γεμιζω-και-γιομιζω/