navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Γ › γεμίζω και γιομίζω

γεμίζω

Και: γιομίζω

ρ. [μετβ. και αμετβ.]

  1. συγκεντρώνω σε έναν χώρο τόσο υλικό ώστε να μη χωράει άλλο
  2. δημιουργώ κατάσταση κορεσμού, πληρότητας
  3. τοποθετώ σφαίρα στο όπλο
  4. γίνομαι παχύσαρκος.

Ετυμολογία

< αρχ. γεμίζω < γέμω [= φορτώνω].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γεμίζω και γιομίζω», σ. 179. https://navalhistory.gr/lexiko/γεμιζω-και-γιομιζω/