navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Γ › γείσο

γείσο

το, ουσ.

  1. το τμήμα της στέγης που προεξέχει από τους τοίχους, προστέγασμα, γείσωμα
  2. το μέρος του καπέλου που εξέχει και σκιάζει το πρόσωπο.

Ετυμολογία

< αρχ. γεῖσον.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γείσο», σ. 178. https://navalhistory.gr/lexiko/γεισο/