γείσο
το, ουσ.
- το τμήμα της στέγης που προεξέχει από τους τοίχους, προστέγασμα, γείσωμα
- το μέρος του καπέλου που εξέχει και σκιάζει το πρόσωπο.
Ετυμολογία
< αρχ. γεῖσον.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γείσο», σ. 178. https://navalhistory.gr/lexiko/γεισο/