γεγονός
το, ουσ.
- περιστατικό που συνέβη σε μια χρονική στιγμή, συνών. συμβάν, (φρ.) «γεγονός τυχαίο / νομικό / ιστορικό / πιστωτικό / τετελεσμένο / αναμφισβήτητο / αναπάντεχο»,
- η πραγματικότητα, η αλήθεια, για κάτι που δεν είναι αμφισβητήσιμο.
Ετυμολογία
< αρχ. γεγονός, μτχ. ουδ. του ρ. γίγνομαι.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «γεγονός», σ. 178. https://navalhistory.gr/lexiko/γεγονοσ/