βραδέως
επίρρ.
με βραδύτητα, αργά, σιγά σιγά, αντών. ταχύς, γρήγορος.
Ετυμολογία
< βραδύς.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βραδέως», σ. 165. https://navalhistory.gr/lexiko/βραδεωσ/
Λεξικό της Θάλασσας › Β › βραδέως
επίρρ.
με βραδύτητα, αργά, σιγά σιγά, αντών. ταχύς, γρήγορος.
< βραδύς.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βραδέως», σ. 165. https://navalhistory.gr/lexiko/βραδεωσ/