navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Β › βούτα

βούτα

η, ουσ.

  1. μεγάλος κάδος
  2. ουροδοχείο φυλακής
  3. δοχείο ή καλάθι για ακάθαρτα αντικείμενα ή για άχρηστα ή για άπλυτα ρούχα ή για υγρά.

Ετυμολογία

< λατιν. butta.

Παράγωγα

βυτίο.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βούτα», σ. 164. https://navalhistory.gr/lexiko/βουτα/