βούτα
η, ουσ.
- μεγάλος κάδος
- ουροδοχείο φυλακής
- δοχείο ή καλάθι για ακάθαρτα αντικείμενα ή για άχρηστα ή για άπλυτα ρούχα ή για υγρά.
Ετυμολογία
< λατιν. butta.
Παράγωγα
βυτίο.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βούτα», σ. 164. https://navalhistory.gr/lexiko/βουτα/