βούρτσα
η, ουσ.
(εργαλ.)
- εργαλείο ελαιοχρωματιστών κατάλληλο για το βάψιμο διαφόρων επιφανειών, κατασκευασμένο από ξύλινη βάση που φέρει πλούσιο αριθμό τριχών
- κατάλληλο εργαλείο για την αποβουτύρωση του γάλακτος
- χρήσιμο αντικείμενο για το ξεσκόνισμα του σπιτιού από τη νοικοκυρά, ψήκτρα.
Ετυμολογία
< αβέβαιου ετύμου, ίσως από το
ή τουρκ. fırça [= 1. βούρτσα, ψήκτρα, 2. πινέλο, χρωστήρας, 3. [μτφ.] εξάψαλμος], ίσως η τουρκ. λ. προέρχεται από το μσν. βούρλον, εκδοχή που κατατάσσει τη λ. στα αντιδάνεια, ή
ή αλβ. vurcë, ή
ή < αρχ. γερμ. burstja, ή
ή < μσν. βρούτσα < βύρτσα, από το βυρτσίζω, ίσως από το αρχ. βύρσα [= κατεργασμένο δέρμα ζώου, προβιά].
Παράγωγα
βουρτσίζω, βουρτσάρω, βουρτσί, βουρτσιά.
Σύνθετα
μπατανόβουρτσα, οδοντόβουρτσα, συρματόβουρτσα, ταβανόβουρτσα, βουρτσόξυλο.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βούρτσα», σ. 164. https://navalhistory.gr/lexiko/βουρτσα/