navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Β › βούλα

βούλα

η, ουσ.

  1. κηλίδα, κυκλικό σημάδι
  2. λακκάκι στο μάγουλο όταν κάποιος χαμογελάει.
  3. [παρωχ.] α) σφραγίδα γνησιότητας, β) (κατ’ επέκτ.) η αποτύπωση από μελισσοκέρι σε επίσημο έγγραφο.

Ετυμολογία

< μτγν. βούλλα < λατιν. bulla [= σφραγίδα].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βούλα», σ. 163. https://navalhistory.gr/lexiko/βουλα/