βούλα
η, ουσ.
- κηλίδα, κυκλικό σημάδι
- λακκάκι στο μάγουλο όταν κάποιος χαμογελάει.
- [παρωχ.] α) σφραγίδα γνησιότητας, β) (κατ’ επέκτ.) η αποτύπωση από μελισσοκέρι σε επίσημο έγγραφο.
Ετυμολογία
< μτγν. βούλλα < λατιν. bulla [= σφραγίδα].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βούλα», σ. 163. https://navalhistory.gr/lexiko/βουλα/