βότκα
η, ουσ. [χωρίς γεν. πληθ.]

(ποτ.) δυνατό οινοπνευματώδες ποτό που παράγεται, κυρίως, από σπόρους δημητριακών [σιταριού, κριθαριού, σίκαλης ή μίγματος] αλλά και άλλων υλών όπως η πατάτα.
Ετυμολογία
< ρωσ. vodka, υποκ. της λ. voda [= νερό].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βότκα», σ. 163. https://navalhistory.gr/lexiko/βοτκα/