βλάβη
η, ουσ.
φθορά, ζημιά, αβαρία, ναυφθορία [= φθορά ή και απώλεια πλοίου, ναυάγιο], πάθημα, αλλοίωση, (φρ.) «μικρή / μεγάλη / προσωρινή / μόνιμη / ανεπανόρθωτη / σωματική / μηχανική / τεχνική / ηθική / τυχαία», (λόγ. έκφρ.) «ανήκεστος / ανήκεστη βλάβη».
Ετυμολογία
< αρχ. βλάβη.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βλάβη», σ. 157. https://navalhistory.gr/lexiko/βλαβη/