βιλιέρης
ο, ουσ. [πληθ. βιλιέρηδες]
(επάγγ.) ειδικευμένος τεχνίτης στο σχεδιασμό, το κόψιμο και το ράψιμο πανιών, είτε με το χέρι, είτε με κοπτοράπτη [τύπος ραπτομηχανής].
Ετυμολογία
< ίσως από το ιταλ. biglia [= τρύπα μπιλιάρδου].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βιλιέρης», σ. 156. https://navalhistory.gr/lexiko/βιλιερησ/