βήμα
το, ουσ.
- το περπάτημα
- ο τρόπος με τον οποίο βαδίζει κανείς, βάδισμα, συνών. δρασκελιά
- πρόχειρος τρόπος μέτρησης του μήκους
- (συνεκδ.) ο κρότος των βημάτων
- το βάθρο του ομιλητή, η βάση
- (ειδ. φρ.) [εκκλ.] «Άγιο Βήμα», ιερό μέρος του ναού
- ο χώρος που παραχωρείται σε έντυπο για δημοσίευση προσωπικής άποψης
- έδρα δικαστή, θρόνος
- (φρ.) «βήμα έλικος / καρφώσεως / κοχλίου / μεταβλητό / μόνιμο».
Ετυμολογία
< αρχ. βῆμα.
Σύνθετα
βηματοδότης, βηματοδρομία, βηματόμετρο, βημόθυρο.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βήμα», σ. 155. https://navalhistory.gr/lexiko/βημα/