navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Β › βήμα

βήμα

το, ουσ.

  1. το περπάτημα
  2. ο τρόπος με τον οποίο βαδίζει κανείς, βάδισμα, συνών. δρασκελιά
  3. πρόχειρος τρόπος μέτρησης του μήκους
  4. (συνεκδ.) ο κρότος των βημάτων
  5. το βάθρο του ομιλητή, η βάση
  6. (ειδ. φρ.) [εκκλ.] «Άγιο Βήμα», ιερό μέρος του ναού
  7. ο χώρος που παραχωρείται σε έντυπο για δημοσίευση προσωπικής άποψης
  8. έδρα δικαστή, θρόνος
  9. (φρ.) «βήμα έλικος / καρφώσεως / κοχλίου / μεταβλητό / μόνιμο».

Ετυμολογία

< αρχ. βῆμα.

Σύνθετα

βηματοδότης, βηματοδρομία, βηματόμετρο, βημόθυρο.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βήμα», σ. 155. https://navalhistory.gr/lexiko/βημα/