βενθικός
-ή, -ό, επίθ.
αυτός που σχετίζεται με το περιβάλλον του βυθού, «βενθικό οριακό στρώμα», το στρώμα του νερού, που βρίσκεται 10 μ. και πάνω από τον βυθό, «βενθική οικολογία / κοινότητα».
Ετυμολογία
< βένθος [δες λ.] + κατάλ. -ικός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βενθικός», σ. 153. https://navalhistory.gr/lexiko/βενθικοσ/