βενζ(ο)-
πρώτο συνθετικό λέξεων που είναι επιστημονικοί όροι και προέρχονται από τους χώρους της: βιοχημείας (π.χ. βενζαθινοπενικιλλίνη), της φαρμακευτικής (π.χ. βενζανθρόνη), της χημείας (π.χ. βενζαζουρίνη), της ιατρικής (π.χ. βενζολισμός).
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βενζ(ο)-», σ. 153. https://navalhistory.gr/lexiko/βενζο/