βαρέκ
τα, άκλ. ουσ.
θαλασσινά φύκια που τα κύματα τα ξεβράζουν στις ακτές κι είναι χρήσιμα ως λίπασμα αλλά και ως ζωοτροφή.
Ετυμολογία
< γαλλ. varec.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βαρέκ», σ. 148. https://navalhistory.gr/lexiko/βαρεκ/