βαλτότοπος
ο, ουσ.
τόπος γεμάτος έλη.
Ετυμολογία
< βάλτος + τόπος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βαλτότοπος», σ. 146. https://navalhistory.gr/lexiko/βαλτοτοποσ/
Λεξικό της Θάλασσας › Β › βαλτότοπος
ο, ουσ.
τόπος γεμάτος έλη.
< βάλτος + τόπος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βαλτότοπος», σ. 146. https://navalhistory.gr/lexiko/βαλτοτοποσ/