navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Β › βάλλω

βάλλω

ρ. [αμετβ.]

  1. πυροβολώ, κατευθύνω τα πυρά προς συγκεκριμένο στόχο, ρίχνω
  2. εκσφενδονίζω
  3. (μτφ.) κατηγορώ κάποιον δημόσια, εκτοξεύω κατηγορίες.

Ετυμολογία

< αρχ. βάλλω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βάλλω», σ. 146. https://navalhistory.gr/lexiko/βαλλω/