βάλλω
ρ. [αμετβ.]
- πυροβολώ, κατευθύνω τα πυρά προς συγκεκριμένο στόχο, ρίχνω
- εκσφενδονίζω
- (μτφ.) κατηγορώ κάποιον δημόσια, εκτοξεύω κατηγορίες.
Ετυμολογία
< αρχ. βάλλω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βάλλω», σ. 146. https://navalhistory.gr/lexiko/βαλλω/