navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Β › βαλβίδα

βαλβίδα

η, ουσ.

  1. επιστόμιο
  2. (μηχανολ.) μηχανικό εξάρτημα που ρυθμίζει τη ροή υγρών ή αερίων σωμάτων από τον ένα χώρο στον άλλο, συνών. βάνα, δικλείδα
  3. γραμμή εκκίνησης αθλητών σε αγώνα
  4. κυκλικός χώρος θέσης αθλητή στο αγώνισμα της σφαιροβολίας
  5. σημείο της καρδιάς που ρυθμίζει τη ροή του αίματος
  6. (εκφρ.) «βαλβίδα ασφαλείας / αέρος / αναρροφήσεως / αποστραγγίσεως / αυτόματη / εισαγωγής / διακλαδώσεως / διανομής / εκκίνησης / ειδοποιήσεως / ηλεκτρική / ηλεκτρομαγνητική / θερμοστατική / περιστρεφόμενη / υδραυλική / εκτονώσεως / ελευθέρας πτώσεως / εξατμίσεως / ισορροπίας / εξαερισμού / κατακλίσεως / καθόδου / κύτους / τροφοδοτικής αντλίας / υπερχειλίσεως / αντεπιστροφής - τύπου μονού ή διπλού κλαπέ».

Ετυμολογία

< [για την 1η και 2η ερμ.] < γαλλ. valve, [για την 3η και 4η ερμ.] < αρχ. βαλβίς.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βαλβίδα», σ. 145. https://navalhistory.gr/lexiko/βαλβιδα/