βαλβίδα
η, ουσ.
- επιστόμιο
- (μηχανολ.) μηχανικό εξάρτημα που ρυθμίζει τη ροή υγρών ή αερίων σωμάτων από τον ένα χώρο στον άλλο, συνών. βάνα, δικλείδα
- γραμμή εκκίνησης αθλητών σε αγώνα
- κυκλικός χώρος θέσης αθλητή στο αγώνισμα της σφαιροβολίας
- σημείο της καρδιάς που ρυθμίζει τη ροή του αίματος
- (εκφρ.) «βαλβίδα ασφαλείας / αέρος / αναρροφήσεως / αποστραγγίσεως / αυτόματη / εισαγωγής / διακλαδώσεως / διανομής / εκκίνησης / ειδοποιήσεως / ηλεκτρική / ηλεκτρομαγνητική / θερμοστατική / περιστρεφόμενη / υδραυλική / εκτονώσεως / ελευθέρας πτώσεως / εξατμίσεως / ισορροπίας / εξαερισμού / κατακλίσεως / καθόδου / κύτους / τροφοδοτικής αντλίας / υπερχειλίσεως / αντεπιστροφής - τύπου μονού ή διπλού κλαπέ».
Ετυμολογία
< [για την 1η και 2η ερμ.] < γαλλ. valve, [για την 3η και 4η ερμ.] < αρχ. βαλβίς.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βαλβίδα», σ. 145. https://navalhistory.gr/lexiko/βαλβιδα/