βαθμούχος
ος, -ο, επίθ.
αυτός που έχει κάποιον βαθμό στη στρατιωτική, συνήθως, ιεραρχία, ο βαθμοφόρος, συνών. αξιωματούχος, τιτλούχος.
Ετυμολογία
< βαθμ(ός) + -ο- + -ούχος < έχω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βαθμούχος», σ. 143. https://navalhistory.gr/lexiko/βαθμουχοσ/