βαθμονομώ
ρ. [μετβ.]
χαράσσω βαθμολογική κλίμακα σε επιστημονικό όργανο.
Ετυμολογία
< βαθμό(ς) + (αρχ.) νέμω [= διανέμω, μοιράζω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βαθμονομώ», σ. 142. https://navalhistory.gr/lexiko/βαθμονομω/