navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Β › βαθμιδώνω

βαθμιδώνω

ρ. [μετβ.]

  1. κατασκευάζω βαθμίδες, σκαλοπάτια, κάνω σκαλιέρες
  2. (μτφ.) αξιολογώ.

Ετυμολογία

< αρχ. βαθμίς, αιτ. βαθμίδ(α) + -ώνω.

Παράγωγα

βαθμίδωση, βαθμιδωτός [= κλιμακωτός].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βαθμιδώνω», σ. 142. https://navalhistory.gr/lexiko/βαθμιδωνω/