navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Β › βαθαίνω

βαθαίνω

ρ. [μετβ. και αμετβ.]

  1. κάνω κάτι βαθύ
  2. διεισδύω, εμβαθύνω στο περιεχόμενο μίας έννοιας
  3. αποκτώ βάθος
  4. αποκτώ πιο σκούρα χρώματα.

Ετυμολογία

< αρχ. βαθ(ύνω) < βαθ(ύς) + -αίνω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βαθαίνω», σ. 142. https://navalhistory.gr/lexiko/βαθαινω/