βαθαίνω
ρ. [μετβ. και αμετβ.]
- κάνω κάτι βαθύ
- διεισδύω, εμβαθύνω στο περιεχόμενο μίας έννοιας
- αποκτώ βάθος
- αποκτώ πιο σκούρα χρώματα.
Ετυμολογία
< αρχ. βαθ(ύνω) < βαθ(ύς) + -αίνω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βαθαίνω», σ. 142. https://navalhistory.gr/lexiko/βαθαινω/