βαγονέτο
το, ουσ.

- μικρό ανοικτό σιδηροδρομικό βαγόνι για μεταφορά αδρανών υλικών σε περιορισμένες αποστάσεις
- κάδος ανατρεπόμενος σε ορυχεία ή για ανύψωση υλικών
- συρόμενη κατασκευή από μέταλλο ή πλαστικό σε ντουλάπι κουζίνας.
Ετυμολογία
[για την 1η ερμ.] < γαλλ. wagonnet, [για τη 2η ερμ.] < αγγλ. skip [= κάδος εκσκαφέα], [για την 3η ερμ.] < ιταλ. vagonetto.
Σημείωμα
Ένα διαδραστικό ταξίδι στο χρόνο έζησαν οι 36 Πρόσκοποι (παιδιά ηλικίας 11-15) του 1ου Συστήματος Προσκόπων Χίου, όταν επιβιβάστηκαν στο «βαγονέτο» στο Μεταλλευτικό Πάρκο Φωκίδας, κάνοντας ένα διάλειμμα από την 11ήμερη κατασκήνωση στον Παρνασσό! Εκεί, οι Πρόσκοποι οδηγήθηκαν με ασανσέρ στη «στοά 850», η οποία έκλεισε το 1972, η οποία πλέον αποτελεί επισκέψιμο τμήμα του δαιδαλώδους ορυχείου. Φόρεσαν προστατευτικά κίτρινα κράνη και επιβιβάστηκαν στο βαγονέτο, το τρενάκι που χρησιμοποιούσαν οι μεταλλωρύχοι 30 χρονιά πριν. Μετά από σύντομη διαδρομή αποβιβάστηκαν για να περιηγηθούν στη στοά και να γνωρίσουν τον κόσμο των μεταλλωρύχων.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «βαγονέτο», σ. 141. https://navalhistory.gr/lexiko/βαγονετο/