άφρισμα
το, και αφρισμός, ο, ουσ.
- το να αφρίζει κάτι
- (για τη θάλασσα) το να είναι κυματώδης
- (μτφ.) μεγάλη οργή και θυμός.
Ετυμολογία
< αφρισ- (< αρχ. ἀφρίζω) + -μα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άφρισμα», σ. 138. https://navalhistory.gr/lexiko/αφρισμα/