navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › άφρισμα

άφρισμα

το, και αφρισμός, ο, ουσ.

  1. το να αφρίζει κάτι
  2. (για τη θάλασσα) το να είναι κυματώδης
  3. (μτφ.) μεγάλη οργή και θυμός.

Ετυμολογία

< αφρισ- (< αρχ. ἀφρίζω) + -μα.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άφρισμα», σ. 138. https://navalhistory.gr/lexiko/αφρισμα/