αφορολόγητος
-η, -ο, επίθ.
- αυτός που δεν είναι υποχρεωμένος να καταβάλει χρηματικό ποσό για φορολογία
- αυτός που δε φορολογήθηκε
- αυτός που δεν υπόκειται σε δασμούς, αδασμολόγητος
- [το ουδ. στον πληθ.:] τα αφορολόγητα, καταστήματα πώλησης καταναλωτικών αγαθών που στα είδη τους έχει αφαιρεθεί ο σχετικός φόρος.
Ετυμολογία
< α- [στερητ.] + φορολογώ.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αφορολόγητος», σ. 137. https://navalhistory.gr/lexiko/αφορολογητοσ/