navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αφορολόγητος

αφορολόγητος

-η, -ο, επίθ.

  1. αυτός που δεν είναι υποχρεωμένος να καταβάλει χρηματικό ποσό για φορολογία
  2. αυτός που δε φορολογήθηκε
  3. αυτός που δεν υπόκειται σε δασμούς, αδασμολόγητος
  4. [το ουδ. στον πληθ.:] τα αφορολόγητα, καταστήματα πώλησης καταναλωτικών αγαθών που στα είδη τους έχει αφαιρεθεί ο σχετικός φόρος.

Ετυμολογία

< α- [στερητ.] + φορολογώ.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αφορολόγητος», σ. 137. https://navalhistory.gr/lexiko/αφορολογητοσ/