αφλογιστία
η, ουσ.
- το να μην λειτουργεί ο πυροδοτικός μηχανισμός
- (μτφ.) α) η αδυναμία επίτευξης κάποιου στόχου, β) η ερωτική αδυναμία κυρίως του άνδρα.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀφλόγιστ(ος) [= αυτός που δεν είναι εύφλεκτος] + -ία.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αφλογιστία», σ. 137. https://navalhistory.gr/lexiko/αφλογιστια/