αφερμάτιση
η, ουσ.
1. η διαδικασία και το αποτέλεσμα του αφερματίζω [δες λ.], δηλ. η αφαίρεση έρματος [= της σαβούρας] του σκάφους, συνών. αφερμάτισμα, αφερματισμός.
Ετυμολογία
< α(πό) + ερμάτιση.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αφερμάτιση», σ. 136. https://navalhistory.gr/lexiko/αφερματιση/