αυτοψία
η, ουσ.
η παρατήρηση και λεπτομερής εξέταση κάποιου πράγματος ή συμβάντος που κάνει κάποιος [συνήθ. εκπρόσωπος της Πολιτείας] αυτοπροσώπως.
Ετυμολογία
< μτγν. αὐτοψία.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αυτοψία», σ. 136. https://navalhistory.gr/lexiko/αυτοψια/