navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αυτόματος

αυτόματος

-η, -ο, επίθ.

  1. αυτός που γίνεται μόνος του, χωρίς εξωτερική επίδραση, χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση, μηχανικά, (φρ.) «αυτόματος πιλότος» ή «αυτόματο πηδάλιο», ηλεκτρονικό σύστημα πλοήγησης του σκάφους χωρίς την ενεργητική συμμετοχή του πλοηγού, «αυτόματη γραφή», ελεύθερος τρόπος γραφής χωρίς λογικούς περιορισμούς και προκαταλήψεις ηθικής, «αυτόματο διαζύγιο», όταν οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση άνω των δύο ετών, έχουν το δικαίωμα όποιος το θελήσει να ζητήσει και νομικά τη λύση του γάμου
  2. (το ουδ. ως ουσ.) το αυτόματο, τύπος όπλου
  3. (φρ.) «αυτόματη αναγραφή / ανάφλεξη / εκπομπή / εκτόνωση / έναρξη λειτουργίας», «αυτόματος μηχανισμός / δέκτης / διακόπτης / ηλεκτρονόμος [automatic relay]/ λιπαντήρας / παλιρροιογράφος / μετασχηματιστής / πλευρικός ανεμιστήρας / πομπός σήματος κινδύνου / πορειογράφος [auto recorder] / ρυθμιστής εντάσεως / σημαντήρας / υπολογιστής / φανός», «ρυθμιστής αυτομάτου καύσεως».

Ετυμολογία

< αρχ. αὐτόματος.

Επιρρήματα

αυτόματα και αυτομάτως [επίρρ.].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αυτόματος», σ. 135. https://navalhistory.gr/lexiko/αυτοματοσ/