navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αυλακώνω και αυλακιάζω

αυλακώνω

Και: αυλακιάζω

ρ. [μετβ.]

  1. κάνω αυλακιές
  2. (μτφ.) χαράσσω επιφάνειες που θυμίζουν αυλάκι.

Ετυμολογία

< μτγν. αὐλακ(ίζω) + -ιάζω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αυλακώνω και αυλακιάζω», σ. 134. https://navalhistory.gr/lexiko/αυλακωνω-και-αυλακιαζω/