ατσαλολαμαρίνα
η, ουσ.
λαμαρίνα από ατσάλινο έλασμα.
Ετυμολογία
< ατσάλ(ι) + -ο- + λαμαρίνα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ατσαλολαμαρίνα», σ. 133. https://navalhistory.gr/lexiko/ατσαλολαμαρινα/