ατμοσωλήνα
η, ουσ.
σωλήνας διοχέτευσης ατμού από τον ατμολέβητα στα διάφορα σημεία μιας εγκατάστασης.
Ετυμολογία
< ατμο- + σωλήνα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ατμοσωλήνα», σ. 132. https://navalhistory.gr/lexiko/ατμοσωληνα/