ατμοποιώ
ρ. [μετβ.]
μετατρέπω ένα υγρό ή στερεό σώμα σε αέρια κατάσταση και ειδικότερα σε ατμό, συνών. εξαχνίζω.
Ετυμολογία
< ατμο- + ποιώ.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ατμοποιώ», σ. 131. https://navalhistory.gr/lexiko/ατμοποιω/