navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › ατμομειωτήρας

ατμομειωτήρας

ο, ουσ.

(τεχνολ.) εξάρτημα για τη μείωση της πίεσης του ατμού.

Ετυμολογία

< ατμο- + μειωτήρας.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ατμομειωτήρας», σ. 131. https://navalhistory.gr/lexiko/ατμομειωτηρασ/