navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › ασυλία

ασυλία

η, ουσ.

  1. το δικαίωμα να βρίσκει κανείς άσυλο για να αποφεύγει τις πολιτικές, συνήθως, διώξεις
  2. το να είναι κανείς ιερός και απαραβίαστος
  3. ασφάλεια που προσφέρει το κράτος σε: α) διπλωματικούς αντιπροσώπους, «διπλωματική / προξενική ασυλία», β) σε πολιτικούς πρόσφυγες, γ) στους πρώην αλλά και στους νυν αντιπροσώπους του κοινοβουλίου και της κυβέρνησης, «βουλευτική κοινοβουλευτική / / υπουργική ασυλία».

Ετυμολογία

< αρχ. ἀσυλία < α- [στερητ.] + συλάω, -ῶ, [= λεηλατώ, αποκομίζω, σκυλεύω].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ασυλία», σ. 126. https://navalhistory.gr/lexiko/ασυλια/