ασυλία
η, ουσ.
- το δικαίωμα να βρίσκει κανείς άσυλο για να αποφεύγει τις πολιτικές, συνήθως, διώξεις
- το να είναι κανείς ιερός και απαραβίαστος
- ασφάλεια που προσφέρει το κράτος σε: α) διπλωματικούς αντιπροσώπους, «διπλωματική / προξενική ασυλία», β) σε πολιτικούς πρόσφυγες, γ) στους πρώην αλλά και στους νυν αντιπροσώπους του κοινοβουλίου και της κυβέρνησης, «βουλευτική κοινοβουλευτική / / υπουργική ασυλία».
Ετυμολογία
< αρχ. ἀσυλία < α- [στερητ.] + συλάω, -ῶ, [= λεηλατώ, αποκομίζω, σκυλεύω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ασυλία», σ. 126. https://navalhistory.gr/lexiko/ασυλια/