navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › αστρονομικός

αστρονομικός

-ή, -ό, επίθ.

  1. αυτός που έχει σχέση με την αστρονομία
  2. (μτφ.) υπερβολικά μεγάλος, υπέρογκος.

Ετυμολογία

< αρχ. ἀστρονομικός [= έμπειρος στην αστρονομία], σημδ. από τη γαλλ. astronomique.

Επιρρήματα

αστρονομικά [επίρρ.].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αστρονομικός», σ. 126. https://navalhistory.gr/lexiko/αστρονομικοσ/