αστρονομικός
-ή, -ό, επίθ.
- αυτός που έχει σχέση με την αστρονομία
- (μτφ.) υπερβολικά μεγάλος, υπέρογκος.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀστρονομικός [= έμπειρος στην αστρονομία], σημδ. από τη γαλλ. astronomique.
Επιρρήματα
αστρονομικά [επίρρ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αστρονομικός», σ. 126. https://navalhistory.gr/lexiko/αστρονομικοσ/