αστικός
-ή, -ό, επίθ.
- αυτός που σχετίζεται με το άστυ [= πόλη]
- αυτός που ανήκει στην αστική τάξη
- (φρ.) «αστικό δίκαιο», το σύνολο των νομικών διατάξεων που ρυθμίζουν τις σχέσεις των πολιτών μεταξύ τους, «αστική ευθύνη», η υποχρέωση για αποκατάσταση της ζημίας, «αστικός κώδικας», νομοθέτημα του αστικού δικαίου.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀστικός < ἀστός ή ἄστυ.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αστικός», σ. 125. https://navalhistory.gr/lexiko/αστικοσ/