navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › άσπρος

άσπρος

-η, -ο, επίθ.

  1. λευκός
  2. (μτφ.) α) χαρούμενος, β) αγνός.

Ετυμολογία

< μτγν. ἄσπρος < λατιν. asper [= τραχύς].

Παράγωγα

ασπράδα, ασπράδι, ασπριδερός, ασπρίζω, ασπρίλα, άσπρισμα, ασπριστής, ασπριτζής, ασπρουλιάρης.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άσπρος», σ. 124. https://navalhistory.gr/lexiko/ασπροσ/