navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Α › άρτος

άρτος

ο, ουσ.

άρτος, εικόνα από το έντυπο
  1. (τρόφ.) το ψωμί, το καρβέλι
  2. (φρ.) «άρτος και θεάματα», εντυπωσιακά θεάματα, «άρτος ο επιούσιος», το καθημερινό ψωμί, τα απαραίτητα αγαθά, «άρτος άζυμος», ψωμί κατασκευασμένο από προζύμι, δηλ. χωρίς προζύμι, «άγιος άρτος», αυτός που καθαγιάστηκε στο μυστήριο της θείας ευχαριστίας και μετουσιώθηκε σε σώμα Κυρίου.

Ετυμολογία

< αρχ. ἄρτος.

Σύνθετα

αρτοσκευάσματα, αρτοφυλάκιο.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άρτος», σ. 120. https://navalhistory.gr/lexiko/αρτοσ/