άρτος
ο, ουσ.

- (τρόφ.) το ψωμί, το καρβέλι
- (φρ.) «άρτος και θεάματα», εντυπωσιακά θεάματα, «άρτος ο επιούσιος», το καθημερινό ψωμί, τα απαραίτητα αγαθά, «άρτος άζυμος», ψωμί κατασκευασμένο από προζύμι, δηλ. χωρίς προζύμι, «άγιος άρτος», αυτός που καθαγιάστηκε στο μυστήριο της θείας ευχαριστίας και μετουσιώθηκε σε σώμα Κυρίου.
Ετυμολογία
< αρχ. ἄρτος.
Σύνθετα
αρτοσκευάσματα, αρτοφυλάκιο.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άρτος», σ. 120. https://navalhistory.gr/lexiko/αρτοσ/