αριστερός
-ή, -ό, επίθ.
- αυτός που βρίσκεται προς την πλευρά της καρδιάς, ζερβός
- αυτός που βρίσκεται προς το μέρος του αριστερού χεριού, (φρ.) «αριστερή πλευρά - μπάντα / μηχανή / τοιχαρχία» κ.ά. 2. (ως ουσ.) α) αυτός που γράφει με το αριστερό χέρι, αριστερόχειρας, β) (πολιτ.) ο κομουνιστής, ο σοσιαλιστής, αυτός που δεν συμβιβάζεται με το κατεστημένο και ζητεί την ανατροπή του, γ) η Αριστερά, το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων που αποκλίνουν προς τις θεωρητικές απόψεις των κομουνιστών και των σοσιαλιστών.
Ετυμολογία
< αρχ. ἀριστερός, -ά, -όν, [= 1. αυτός που βρίσκεται προς τα αριστερά, 2. (μτφ.) αυτός που προμηνύει κακό, δυσοίωνος, γιατί στον αρχαίο Έλληνα οιωνοσκόπο, που κοιτούσε προς το βορρά, οι κακοί οιωνοί έρχονταν από αριστερά], ή
ή (ίσως) < αρχ. ἄριστος [= καλύτερος στο είδος του, κάλλιστος].
Επιρρήματα
αριστερά [επίρρ.].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αριστερός», σ. 116. https://navalhistory.gr/lexiko/αριστεροσ/