αριστερόστροφος
-η, -ο, επίθ.
- αυτός που, καθώς κινείται γύρω από τον εαυτό του, στρέφεται προς τα αριστερά, αντών. δεξιόστροφος
- (μτφ.) αυτός που ιδεολογικά – πολιτικά ασπάζεται τις σοσιαλιστικές απόψεις.
Ετυμολογία
< αριστερ(ός) -ο- + στροφ(ή) - ος.
Επιρρήματα
αριστερόστροφα [επίρρ.].
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αριστερόστροφος», σ. 116. https://navalhistory.gr/lexiko/αριστεροστροφοσ/