αρθρωτός
-ή, -ό, επίθ.
αυτός που τα μέλη του συνδέονται με αρθρώσεις, ή τα διάφορα μέρη του συνδέονται με αρμούς, (φρ.) «αρθρωτός άξονας / βραχίονας / μηχανισμός», «αρθρωτή άγκυρα / αλυσίδα / βάση / γέφυρα / κατασκευή / μετάδοση κίνησης», «αρθρωτό λεωφορείο».
Ετυμολογία
< αρθρώνω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «αρθρωτός», σ. 116. https://navalhistory.gr/lexiko/αρθρωτοσ/